Σάββατο 22 Δεκεμβρίου 2007

...για ένα μήνα πλήρωνε χίλια χίλια πεντακόσια ευρώ τη μέρα δεν ξέρω πόσο για να φέρνει το καραβάκι τα ΚΑΠΗ και τα νέα στην παλιά διαδρομή που ήταν κάποτε τα καραβάκια στη θεσσαλονίκη που πήγαιναν από τη θεσσαλονίκη στον πύργο , στην αγία τριάδα, περαία βολτίτσα και πάνω στη βόλτα κρατούσα το μπαρ λίγα βράδια και όταν χρειαζότανε αφού ήμουν εκεί ρε παιδί μου ό,τι χρειαζότανε αυτός με ήξερε, είχα δουλέψει εκεί “φουλ” τα προηγούμενα καλοκαίρια ας πούμε και ξέρεις εγώ το έπαιξα και ιστορία, δεν ήθελα να χωθώ να φάω το μεροκάματο κανενός γιατί αυτός είχε κλείσει για σαιζόν άτομα κατάλαβες αυτός ήθελε αλλά δεν ήθελα εγώ και πάω παίρνω από το προηγούμενο αφεντικό μου μια επιταγή και του λέω κοίταξε πόσο; βάλε μου μια τρίμηνη, δίμηνη ξέρω γω, εγώ θα ξεκινήσω δουλειά τώρα, κάνω επαφές διάφορες, δεν έχω “πορτφόλιο” εν τω μεταξύ, έτσι πάω, ε λέω τουλάχιστον να ξεκινήσω να δουλέψω κάτι σαν γραφίστας, γιατί με την εμπειρία αλλάζει και η δουλειά μου απ' την άλλη και λοιπά αλλά και ( ) από κει…. εν τω μεταξύ είχαν πατώσει κάποιες προσπάθειες ήδη συνεργασίας που είχαν ρίσκο ψηλό, αλλά είχαν και ψηλή προοπτική υποτίθεται ας πούμε και έκανα χοντρό λάθος γιατί αν είχα κατέβει στην αθήνα τότε δεν ξέρω τι θα είχε γίνει… θα είχα δρόμο μπροστά ας πούμε αλλά όλα αυτά είναι θα δεν ξέρω και του λέω για να πληρώσω δύο ενοίκια μπροστά ρε παιδί μου να κλείσω το σπίτι να πληρώσω με επιταγή και θα στην καλύψω εγώ, την ημερομηνία που θα είναι να καλυφτεί η επιταγή θα την καλύψω εγώ ρε παιδί μου εντάξει βλέπεις δεν τον έδωσα και μου κόβει ο τύπος την επιταγή και πάω και κλείνω το σπίτι. άδειο το σπίτι μέσα τώρα τίποτα ούτε τον υπολογιστή δεν είχα φέρει ένα “σλίπινγκ μπαγκ” κάτω στο πάτωμα εκεί μια χαρά και αρχίζω τώρα να ξανασυσπειρώνομαι ας πούμε μηδέν λεφτά πώς τον έβγαλα το σεπτέμβρη όλο δεν ξέρω και γω δεν ξέρω δηλαδή δεν θυμάμαι, καρτούλες από δω από κει είχα κάτι κονέ στο ωραιόκαστρο πηγαινοερχόμουν κάθε μέρα με το λεωφορείο μία μιάμιση ώρα έκανα να πάρω το πρωί δε δούλευα κανονικά οχτάωρο, πήγαινα.. και γνωρίζω τη ντέμπη έτσι δεν είχα φράγκο, αλλά εκεί που καθόμουνα μες στο κουτί με τα λάδια, τα χρώματα, το πράσινο κάτω από τη θήκη που είχα τα λάδια την πλαστική μες στο κουτί είχα κρύψει είκοσι ευρό και πώς άνοιξα τα λάδια λέω άσε μωρέ τι το 'χω το κουτί αυτό ας τα βάλω τα λάδια κάπου αλλού και βλέπω από κάτω ένα εικοσάρικο ώ ρε πούστη μου λέω.. είκοσι ευρώ(!) πάω και παίρνω τσιγάρα, καπνό δηλαδή χαρτάκια τέτοια και λέω άντε ρε πούστη να δώσω δύο ευρώ να πιω μια μπυρίτσα στον αύγουστο, ένα μπαράκι που ήταν εκεί κοντά. σ' αυτό το μπαράκι εκείνο το βράδυ έπαιζε μουσική αυτός ο κοινός φίλος… ντέμπης και εμού και που τον ήξερα απ' το καράβι και λέω πάω να δω το φίλο μου τι κάνει μπαίνω μέσα τώρα μιλάμε αργά μετά τις δύο βλέπω μέσα ψιλοάδειο το μαγαζί ε είχε λίγο κόσμο ρε παιδί μου με το που μπαίνω χαιρετάω τον ένα χαιρετάω τον άλλο ξαφνικά όλοι γνωστοί γενικά του μαγαζιού γνωστοί πού είσαι.. ο ένας τον ένα από τα δυο αφεντικά του έκανα καβάτζα πήγαμε πάνω στα κατατόπια πάνω στη βόλτα ξέρω γω ιστορίες, φωτογραφίες, μαλακίες από δω από κει (τι 'ναι ρε μούργο) και είναι και η ντέμπη εκεί.. χαιρετάω με μία φίλη. η ντέμπη κάθεται πιο πέρα, η φίλη δίπλα μου ε, κάθομαι εκεί πέρα και ρε παιδί μου εγώ την είχα βάλει στο μάτι με το που την είχα δει πρώτη φορά είχα πει τι κορίτσι είναι αυτό ρε παιδί μου όχι για την εξωτερική της εμφάνιση έχει… έχει αυτό το κάτι… και έδωσα και γω λίγο προσοχή εκεί πέρα μέσα και κάνω τράμπα με τη φίλη της και κάθεται η ντέμπη δίπλα μου ε, και από τότε φύγαμε από κει μαζί και ήμασταν μαζί για οχτώ ώρες και τη δεύτερη φορά που βρεθήκαμε ήμασταν μαζί για δεκάξι ώρες και την τρίτη φορά που ήμασταν μαζί, που βρεθήκαμε ήμασταν μαζί για εικοσιτέσσερις ώρες. Ακόμα όμως δεν είχε γίνει τίποτα όμως έτσι; ούτε φιλί, ούτε ξέρεις… και εγώ το πήγαινα λάου λάου, αυτή καιγότανε ας πούμε και αυτή τότε δεν έκανε τίποτα… δεν είχε δουλειά, εντάξει είχε δικά της που την πίεζαν στο κεφάλι της ας πούμε και λοιπά, δεν ήτανε καλά, εντάξει, εγώ ήμουνα μια χαρά πολύ καλά, αλλά ήμουν σε φάση ξέρεις άφραγκος και τρέχω σαν τρελός , διεκδικώ ας πούμε σαν τρελός διεκδικώ ας πούμε απ'το μηδέν πράγματα και τον αέρα του παλικαριού ας πούμε δεν έχει τίποτα αλλά είναι ένα παλικάρι ας πούμε και πιάνει να στύψει την πέτρα με το χέρι του και τέτοια πράγματα και έτσι ας πούμε υπό αυτές τις συνθήκες ξεκίνησε η φάση τώρα όταν έγινε σχέση, όταν ήμασταν μαζί, εγώ ήμουν ακόμα δεν είχα…δεν ήθελα να κάνω σχέση ούτε να το δεχτώ όμως ήθελα κατάλαβες αν γινόταν κάτι μαζί της θα γινόταν σιγά σιγά κατάλαβες; Πρώτα θα κάναμε παρέα, στο χρόνο αυτό θα είχα, θα έκανα εγώ την αρχή που ήθελα μαζί της κατάλαβες αυτή όμως δεν ήταν έτσι και με τα πολλά μια μέρα με στρίμωξε ας πούμε…δε μ' έβαλε κάτω… ακριβώς τέλος πάντων και εντάξει από τότε ξεκίνησε ας πούμε η δική μου περιπέτεια, ξεπεράστηκαν κάποια προβλήματα, βασικά, δημιουργήθηκαν κάποια νέα, αλλά ήμασταν μαζί ρε παιδί μου αλλά ήταν άνετη ήταν με τους γονείς της, εντάξει τώρα, ψυχολογικά δεν μπορώ να πω ότι ήτανε άνετη, είχε την ανάγκη ας πούμε να κάνει πέντε πράγματα αλλά δεν καθότανε, δεν υπάρχει… και σ' αυτό το διάστημα μου δήλωσε ότι δεν ήτανε ερωτευμένη μαζί μου, κατάλαβες εγώ δεν πίστευα γιατί έλεγα αποκλείεται να είναι μαζί μου, κατάλαβες εγώ δεν την πίστευα γιατί έλεγα αποκλείεται να είναι μαζί μου και να μην είναι έτσι έστω και λίγο ερωτευμένη κατάλαβες; δεν με ενοχλούσε εμένα το γεγονός ότι δεν είναι ερωτευμένη μαζί μου γιατί ήξερα ότι και να μην είναι να γίνει… οι γυναίκες συνήθως ερωτεύονται στην πορεία, δεν παίρνω κι όρκο, λέω συνήθως βέβαια… όμορφα ρε… και την λέω κοίτα να δεις, ξέρεις κάτι; ούτε εγώ είμαι, κατάλαβες και έπαθε σοκ…





























Παρασκευή 21 Δεκεμβρίου 2007

Η τελευταία παράσταση

Τη θυμάμαι σαν μια κίτρινη μέρα. Έτσι τις ονόμαζα. Ήταν οι μέρες που ο χρόνος δεν γέμιζε με τίποτα. Ένιωθα ότι βρισκόμουν σε μια φωτογραφία που της είχε περαστεί ένα κίτρινο φίλτρο και της είχαν μειωθεί τα κοντράστ. Είναι η φωτογραφία στην οποία δε βλέπεις τίποτα, δε συμβαίνει τίποτα και όμως για έναν περίεργο λόγο είχα την ανάγκη να τη διασχίσω απ' άκρη σ' άκρη για να φτάσω απλά κάπου. Μια αλάνα χώριζε το σπίτι μου από το σχολείο. Είναι η αλάνα της φωτογραφίας.

Πέντε λεπτά αργότερα η φωτογραφία ήταν τόσο διαφορετική. Είχαμε πιαστεί ανά δύο και διασχίζαμε την αλάνα σαν τρενάκι. Τα παιδιά κάθε τάξης ήταν τα βαγόνια και μας συνέδεε ο δάσκαλος επιτηρητής. Ο άδειος χρόνος δεν υπήρχε πια. Οι παιδικές φωνές και οι έντονες κινήσεις ζωντάνεψαν τη μέρα. Δεν ήταν πια κίτρινη. Ήξερα, θα περνούσαμε από την θάλασσα στο δεξί χέρι, και στ' αριστερό θα βλέπαμε εκείνα τα τεράστια σπίτια με τις ατέλειωτες αυλές και τις πράσινες περιφράξεις… πάντα είχαμε την περιέργεια να δούμε τι συνέβαινε εκεί μέσα. Στο τέλος του δρόμου, πριν τη στροφή, θα ξεχυνόμασταν στην αμμουδιά, θα μαζεύαμε κοχύλια και θα φτιάχναμε κάστρα από άμμο.

Εκείνη τη μέρα δεν έγιναν έτσι. Ακολουθήσαμε τη στροφή του δρόμου και λίγα μέτρα πιο πέρα ήταν το παλιό εργοστάσιο ντομάτας. Ήταν φαρδύ και μακρύ, με τεράστια αυλή και κάγκελα γύρω από αυτήν. Στην είσοδο έβλεπες δύο τεράστιες καγκελόπορτες, ανοιχτές, που περίμεναν να τις διασχίσουμε.

Έμεινα εκτεθειμένη στο κενό… αμήχανη. Κοιτούσα το εργοστάσιο σαν χαμένη. Δεν είχα τι να σκεφτώ. Άρχισα να περπατάω στο βάθος ελπίζοντας να βρω κάτι να κάνω αλλά μάταια. Ο χρόνος δεν περνούσε με τίποτα. Η μέρα ξανάγινε κίτρινη.

Επισκέφτηκα ξανά το εργοστάσιο. Δεν μπήκα μέσα. Καθόμουν απ' έξω και το κοιτούσα επίμονα. Έβλεπα όλους τους παλιούς μου συμμαθητές και εμένα μαζί τους σαν τους πρωταγωνιστές μιας θεατρικής παράστασης. Το παλιό εργοστάσιο μετατράπηκε στα μάτια μου σε παλιό εγκαταλελειμμένο θέατρο.

Ο ήλιος έκαιγε τόσο πολύ που η τσιμεντένια σκηνή φαινόταν άσπρη και μόνο στο βάθος η σκιά που έπεφτε στο έδαφος από την αποθήκη της έδινε πίσω λίγο από το χαμένο της γκρι.

Η αποθήκη ήταν απλά ένας σκελετός, λιτός και επιβλητικός. Πάνω του ήταν χαραγμένες οι φλέβες των ξύλων που τον στήριζαν όταν ήταν ακόμα υγρός. Την πρόσοψη της αποθήκης χώριζαν σε τρία μέρη τέσσερις πανύψηλες κολώνες. Τις πλευρές του σκελετού γέμιζαν στοιβάδες τσιμεντόλιθων που τον έκαναν να στέκεται ακόμα πιο γυμνός και μόνος. Η αίσθηση της απώλειας γινόταν πιο έντονη με τα παρατημένα καφάσια που κάποτε κουβαλούσαν ντομάτες, τα μόνα αντικείμενα που φύλαγε η αποθήκη. Και όμως η εικόνα μου προκαλούσε ανησυχία. Πάνω στο γκρι φόντο τα κόκκινα και κίτρινα καφάσια έδειχναν ό,τι πιο ζωντανό είχε να προσφέρει αυτό το καμένο τοπίο. Ήταν σαν τα τουβλάκια της Lego, που είχαν μπει σε μια κούτα για πολύ καιρό, αλλά δεν είχαν χαλάσει ακόμα.

Μόνη όπως στεκόμουν και τα κοίταζα, αποφάσισα να τα βοηθήσω να δώσουν την τελευταία τους παράσταση. Μια παράσταση διαφορετική από όλες τις άλλες. Τα έβγαζα ανά δύο από τη στοίβα τους και τα μετέφερα στην αυλή. Χωρίς να το περιμένω, τα υπόλοιπα παιδιά που περπατούσαν αμήχανα στο χώρο συντονίστηκαν με έναν αυθόρμητο τρόπο για να συμμετέχουν στην παράσταση. Ήμασταν σαν μυρμήγκια προς αναζήτηση τροφής. Όταν τη βρήκαμε, κάναμε μια ουρά πίσω της για να μεταφέρουμε ο καθένας το δικό του κομμάτι. Σύντομα ένας λαβύρινθος από κόκκινο και κίτρινο χρώμα ξεχύθηκε στην αυλή.

Τα τουβλάκια έγιναν τοίχοι και μέσα σ' αυτούς ο καθένας μας είχε το ρόλο του. Είχαμε μανάβη, χασάπη, κομμωτήρια και σχολεία… Οι φωνές και τα παιχνίδια ήταν τόσο έντονα που ο χρόνος είχε παγώσει. Δε θυμάμαι τι έγινε μετά, τι έγιναν τα καφάσια, πώς επιστρέψαμε στο σχολείο. Αυτό που μετά από τόσα χρόνια έχω κρατήσει είναι η εικόνα ενός εργοστασίου γεμάτο με παιδικές φιγούρες να αψηφούν το χώρο και το χρόνο και να δίνουν το δικό τους νόημα σε ό,τι συναντήσουν.