Παρασκευή 21 Δεκεμβρίου 2007

Η τελευταία παράσταση

Τη θυμάμαι σαν μια κίτρινη μέρα. Έτσι τις ονόμαζα. Ήταν οι μέρες που ο χρόνος δεν γέμιζε με τίποτα. Ένιωθα ότι βρισκόμουν σε μια φωτογραφία που της είχε περαστεί ένα κίτρινο φίλτρο και της είχαν μειωθεί τα κοντράστ. Είναι η φωτογραφία στην οποία δε βλέπεις τίποτα, δε συμβαίνει τίποτα και όμως για έναν περίεργο λόγο είχα την ανάγκη να τη διασχίσω απ' άκρη σ' άκρη για να φτάσω απλά κάπου. Μια αλάνα χώριζε το σπίτι μου από το σχολείο. Είναι η αλάνα της φωτογραφίας.

Πέντε λεπτά αργότερα η φωτογραφία ήταν τόσο διαφορετική. Είχαμε πιαστεί ανά δύο και διασχίζαμε την αλάνα σαν τρενάκι. Τα παιδιά κάθε τάξης ήταν τα βαγόνια και μας συνέδεε ο δάσκαλος επιτηρητής. Ο άδειος χρόνος δεν υπήρχε πια. Οι παιδικές φωνές και οι έντονες κινήσεις ζωντάνεψαν τη μέρα. Δεν ήταν πια κίτρινη. Ήξερα, θα περνούσαμε από την θάλασσα στο δεξί χέρι, και στ' αριστερό θα βλέπαμε εκείνα τα τεράστια σπίτια με τις ατέλειωτες αυλές και τις πράσινες περιφράξεις… πάντα είχαμε την περιέργεια να δούμε τι συνέβαινε εκεί μέσα. Στο τέλος του δρόμου, πριν τη στροφή, θα ξεχυνόμασταν στην αμμουδιά, θα μαζεύαμε κοχύλια και θα φτιάχναμε κάστρα από άμμο.

Εκείνη τη μέρα δεν έγιναν έτσι. Ακολουθήσαμε τη στροφή του δρόμου και λίγα μέτρα πιο πέρα ήταν το παλιό εργοστάσιο ντομάτας. Ήταν φαρδύ και μακρύ, με τεράστια αυλή και κάγκελα γύρω από αυτήν. Στην είσοδο έβλεπες δύο τεράστιες καγκελόπορτες, ανοιχτές, που περίμεναν να τις διασχίσουμε.

Έμεινα εκτεθειμένη στο κενό… αμήχανη. Κοιτούσα το εργοστάσιο σαν χαμένη. Δεν είχα τι να σκεφτώ. Άρχισα να περπατάω στο βάθος ελπίζοντας να βρω κάτι να κάνω αλλά μάταια. Ο χρόνος δεν περνούσε με τίποτα. Η μέρα ξανάγινε κίτρινη.

Επισκέφτηκα ξανά το εργοστάσιο. Δεν μπήκα μέσα. Καθόμουν απ' έξω και το κοιτούσα επίμονα. Έβλεπα όλους τους παλιούς μου συμμαθητές και εμένα μαζί τους σαν τους πρωταγωνιστές μιας θεατρικής παράστασης. Το παλιό εργοστάσιο μετατράπηκε στα μάτια μου σε παλιό εγκαταλελειμμένο θέατρο.

Ο ήλιος έκαιγε τόσο πολύ που η τσιμεντένια σκηνή φαινόταν άσπρη και μόνο στο βάθος η σκιά που έπεφτε στο έδαφος από την αποθήκη της έδινε πίσω λίγο από το χαμένο της γκρι.

Η αποθήκη ήταν απλά ένας σκελετός, λιτός και επιβλητικός. Πάνω του ήταν χαραγμένες οι φλέβες των ξύλων που τον στήριζαν όταν ήταν ακόμα υγρός. Την πρόσοψη της αποθήκης χώριζαν σε τρία μέρη τέσσερις πανύψηλες κολώνες. Τις πλευρές του σκελετού γέμιζαν στοιβάδες τσιμεντόλιθων που τον έκαναν να στέκεται ακόμα πιο γυμνός και μόνος. Η αίσθηση της απώλειας γινόταν πιο έντονη με τα παρατημένα καφάσια που κάποτε κουβαλούσαν ντομάτες, τα μόνα αντικείμενα που φύλαγε η αποθήκη. Και όμως η εικόνα μου προκαλούσε ανησυχία. Πάνω στο γκρι φόντο τα κόκκινα και κίτρινα καφάσια έδειχναν ό,τι πιο ζωντανό είχε να προσφέρει αυτό το καμένο τοπίο. Ήταν σαν τα τουβλάκια της Lego, που είχαν μπει σε μια κούτα για πολύ καιρό, αλλά δεν είχαν χαλάσει ακόμα.

Μόνη όπως στεκόμουν και τα κοίταζα, αποφάσισα να τα βοηθήσω να δώσουν την τελευταία τους παράσταση. Μια παράσταση διαφορετική από όλες τις άλλες. Τα έβγαζα ανά δύο από τη στοίβα τους και τα μετέφερα στην αυλή. Χωρίς να το περιμένω, τα υπόλοιπα παιδιά που περπατούσαν αμήχανα στο χώρο συντονίστηκαν με έναν αυθόρμητο τρόπο για να συμμετέχουν στην παράσταση. Ήμασταν σαν μυρμήγκια προς αναζήτηση τροφής. Όταν τη βρήκαμε, κάναμε μια ουρά πίσω της για να μεταφέρουμε ο καθένας το δικό του κομμάτι. Σύντομα ένας λαβύρινθος από κόκκινο και κίτρινο χρώμα ξεχύθηκε στην αυλή.

Τα τουβλάκια έγιναν τοίχοι και μέσα σ' αυτούς ο καθένας μας είχε το ρόλο του. Είχαμε μανάβη, χασάπη, κομμωτήρια και σχολεία… Οι φωνές και τα παιχνίδια ήταν τόσο έντονα που ο χρόνος είχε παγώσει. Δε θυμάμαι τι έγινε μετά, τι έγιναν τα καφάσια, πώς επιστρέψαμε στο σχολείο. Αυτό που μετά από τόσα χρόνια έχω κρατήσει είναι η εικόνα ενός εργοστασίου γεμάτο με παιδικές φιγούρες να αψηφούν το χώρο και το χρόνο και να δίνουν το δικό τους νόημα σε ό,τι συναντήσουν.

Δεν υπάρχουν σχόλια: